Archive for Νοέμβριος 2012

Η μελαγχολία σαν πόζα έχει κι αυτή δράμα

Νοέμβριος 28, 2012

Η γιαγιά μου όταν έβλεπε γριά εκκεντρικά ντυμένη και καλωπισμένη είχε  πάντα έτοιμο ένα σκληρό χαρακτηρισμό: πουτανόκωλος!

Ο Sir(!) Cecil Beaton ήταν ένας διάσημος φωτογράφος διασημοτήτων. Απλά διάσημος. Ο κλειστός κύκλος της αγγλικής αριστοκρατίας δεν θα παραδίνονταν ποτέ στα αδηφάγα μάτια ενός παρείσακτου αστού φωτογράφου, όσο ταλέντο μπορεί και νάχε και ίσως ακριβώς λόγω αυτού του ταλέντου του, που θα τον καθιστούσε αυθωρεί επικίνδυνο αυτόν και το απίστευτα σατανικό αλλά απαραίτητο εργαλείο του: τη φωτογραφική μηχανή του!

Ο Σίσιλ Μπήτον λοιπόν ήταν ο άνθρωπος τους. Μ’αυτόν μεγάλωσαν μαζί. Μ’αυτόν σπούδασαν. Μ’αυτόν μοιράστηκαν κοινές χαρές και λύπες. Ήταν σάρκα από τη σάρκα τους, ήταν συνάφι τους και άρα απόλυτα έμπιστος τους. Μπορούσαν μπροστά του να ξανοιχτούν και να γίνουν ακόμη και διαχυτικοί ή -ακόμη πιο τολμηρά για τις γυναίκες- διαχυτικές με την κάμερα του, έτσι για την προσωπική τους ηδονή να εκτεθούν ιδιωτικά σαν να τόκαναν δημόσια. Η κυρία της φωτογραφίας, με κοσμήματα ικανά να θρέψουν ολόκληρη την επαγγελματική ζωή ενός κοσμηματοπώλη, είναι κάποια απόγονος της Βασίλισσας Βικτωρίας της Μεγάλης Βρετανίας. Είναι προφανής η εξοικείωση της με το φωτογράφο-που παρεμπιπτόντως ήταν ο επίσημος φωτογράφος της βασιλικής οικογένειας της Αγγλίας-κάτι που δηλώνεται από την ανεπίτρεπτα για το αυστηρό βασιλικό πρωτόκολλο χαλαρή, ρεμβαστική και σαφώς μελαγχολική πόζα, που είναι όμως μόνο πόζα,μην ξεχνιόμαστε, παρόλα αυτά ασύμβατη με το στεγνά περήφανο και στητό των δυναστικών πορτραίτων. Είναι ολοφάνερο πάντως ότι η μελαγχολία δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι ιδιότητα αυτής της τρελοκαμπέρως, που η κρυφή της λαχτάρα θα ήταν να βρεθεί σε στούντιο της Αννίτας Πάνια της Αγγλίας-στην ανάγκη και στης δικής μας της αυθεντικής.

O Winterhalter αν και όχι βρετανός, διέπρεψε στη Μεγάλη Βρετανία της Βικτωριανής εποχής αλλά και σε όλη την -μοναρχική τότε-Ευρώπη. Αυτό το στυλ πομπώδους επίδειξης υλικών και λάμψης υιοθέτησε και ο φωτογράφος Σίσιλ Μπίτον.

Η εικονογραφική κουλτούρα του φωτογράφου ήταν τα γκλαμουράτα πορτραίτα της αριστοκρατίας έτσι όπως καθιερώθηκαν στα μέσα του 17ου αιώνα από τον φλαμανδό Sir Anthony van Dyck και εκβρεττανίστηκαν από τους διαπρεπείς επιγόνους του στα τέλη του 18ου αιώνα Sir Joshua Reynolds, Thomas Gainsborough και κυρίως από τον Sir Thomas Laurence, φτάνοντας πια στο τέλος της Βικτωριανής εποχής με τον αμερικανό John Singer Sargent. Είναι η κουλτούρα του Society(high society προφανώς) Portrait. Ρηχή, επιδεικτική, επιδερμική. Κλούβια! Δέστε όμως πώς -ερήμην οποιασδήποτε βαθιάς ενδοσκόπησης εκ μέρους του φωτογράφου: δεν είχε τέτοιες προδιαγραφές ο καημένος-βγαίνει μια παράξενη μέσα στη νοσηρότητα της ενδιαφέρουσα εικόνα. Το ξαναλέμε ότι, προφανώς το μοντέλο της σπαραξικάρδιας αυτής φωτογραφίας ήταν ένα σούργελο-οκ, ένα σούργελο με τρομερά επώνυμη καταγωγή-αλλά ερήμην της ίδιας και του φωτογράφου της, βγαίνει όχι μόνο ένα ντοκουμέντο εποχής-είναι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια-αλλά και ένα ντοκουμέντο ψυχής-άδειας, κενής, πληκτικής αλλά ψυχής, ψυχής που κρέμεται απεγνωσμένα από το δανεικό και επίπλαστο λούστρο των κοσμημάτων της για να δείξει την κενότητα της, που στοιβάζει τόσα χρόνια όσα και διαμάντια με πέρλες. Παρασυρμένη από έναν ανόητο επιδεικτικό οίστρο και μεθυσμένη, αυτή-αλλά και ο φωτογράφος της-εκθέτει το γεροντικό της σώμα σε μια χωρίς προηγούμενο ανάρμοστη θέα: η βαρύτιμη διαμαντένια καρφίτσα τραβάει με το βάρος της το ύφασμα προς τα κάτω και σχεδόν εκθέτει το αποστεωμένο της μπούστο, ενώ την ίδια στιγμή ο δεξιός ώμος αποκαλύπτεται σε ένα εξίσου απρεπές γλίστρημα του μεταξωτού υφάσματος, για να δείξει τα οστά με το σχεδόν άνυδρο, αποξηραμένο δέρμα. Η γριά αυτή ποζάρει με την ανάμνηση ενός τρόπου που στη βικτωριανή εποχή-εποχή της γονιδιακής της μνήμης- θεωρούνταν σέξι. Είχε κάτι από τη νοσηρή λατρεία της φυματίωσης, με τα βυθισμένα στις κόχες τους μάτια και την περιρρέουσα θανατίλα.

Στο σενάριο που έπλασα για τη φωτογράφιση της σαψαλιασμένης πριγκήπισσας μια χαρά κoλλάει αυτός ο σπουδαίος,αντισυμβατικός και καυστικός πίνακας του Bernardo Strozzi.

Βλέποντας λοιπόν αυτή την εικόνα συνειδητοποίησα ότι αυτή η ποζάτη μελαγχολία της πριγκήπισσας μπορεί με τον καιρό να γίνει και η ίδια η πεμπτουσία της μελαγχολίας, της μελαγχολίας που στον πυρήνα της έχει την αίσθηση της ματαιότητας των πραγμάτων. Να το ξανατονίσω ότι αυτό συμβαίνει ερήμην της πρόθεσης και του μοντέλου και του φωτογράφου της-ποτέ δεν θα ποζάριζε με όλο αυτό θησαυρό κοσμημάτων ικανό να επενδύσει τετρακόσιες λειψανοθήκες, μόνο και μόνο για να εικονογραφήσει την μελαγχολία και την έννοια της ματαιότητας. Σε τελευταία ανάλυση ο Μπήτον, ο φωτογράφος, δεν ήταν ο στοχαστικός Dürer για να σκεφτεί κάτι πέρα από την επιφάνεια των πραγμάτων.

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ: το εμβληματικότερο έργο της μεγαλύτερης μορφής ολόκληρης της Βόρειας Αναγέννησης: του Άλμπρεχτ Ντύρερ.

Advertisements

Από ποιον διέρρευσε η λίστα Λαγκάρντ; Και προς ποιον;

Νοέμβριος 2, 2012

Το θέατρο σαν τιτίβισμα.

Σήμερα αθωώθηκε ο Κώστας Μπαξεβάνης από την κατηγορία για την δημοσίευση της λίστας Λαγκάρντ. Που σημαίνει ότι σήμερα έλαβε τέλος το θέατρο που ξεκίνησε εδώ και κάποιες μέρες πάνω σ’αυτό το ζήτημα. Ένα θέατρο αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης. Ένα θέατρο χωρίς ουσία.

Εξηγούμαι. Διαβάζοντας τα ονόματα της λίστας Λάγκάρντ διαπίστωσα ότι με την εξαίρεση της γυναίκας του Βουλγαράκη, δεν υπήρχε σ’αυτή τη λίστα κανείς ενεργός πολιτικός, όπως και με την εξαίρεση του μεσαίας κατηγορίας Λάμψια, κανείς δημοσιογράφος. Αλλά και κανείς από αυτές τις εμβληματικές μορφές που κυριάρχησαν στο οικονομικό, πολιτικό, δημοσιογραφικό, «καλλιτεχνικό» ακόμη και αθλητικό παιχνίδι, δηλαδή καμιά εμβληματική μορφή από τις διάφορες εκφάνσεις της διαπλοκής. Αναζητώντας την αιτία έμαθα ότι στην πραγματικότητα η λίστα αυτή αφορούσε καταθέτες σε ένα υποκατάστημα, μιας τράπεζας, μιας πόλης της Ελβετίας! Και φυσικά η λίστα σε καμιά περίπτωση δεν προεξοφλεί ότι όσοι αναφέρονται σ’αυτήν είναι παράνομοι- θυμάμαι για παράδειγμα το όνομα της μεταφράστιας Σεσιλ Ιγγλέση Μαργέλου που ζει και εργάζεται στην Ελβετία αλλά για κακή της μοίρα είναι ελληνίδα. Σε απλά ελληνικά η λίστα-αποκαλούμενη Λαγκάρντ-είναι η πιο ακίνδυνη εκδοχή λίστας που θα μπορούσε ποτέ να προκύψει και να φανταστούμε. Το σύστημα φυσικά και δεν τραντάχτηκε με τη δημοσίευση της και συνεχίζει ήρεμα, αρμονικά και υποχθόνια τη δράση του.

Ναι αλλά ένας ήρωας της δημοσιογραφίας διώχτηκε από την άσπλαχνη Δικαιοσύνη! Μμμμμ, για να το δούμε κι αυτό λοιπόν. Η λίστα Λαγκάρντ βρίσκεται σε ελληνικά χέρια εδώ και δύο χρόνια και σ’αυτά τα δύο χρόνια πέρασε και από διάφορα χέρια και πολλά μάτια την είδαν και πολλοί περισσότεροι έλαβαν γνώση του περιεχομένου της. Παρόλα αυτά-και από τη δημοσίευση της και γνώση του περιεχομένου της-διαπιστώνεται ότι ως την Κυριακή 28 Οκτωβρίου καμιά διαρροή του περιεχομένου της δεν είχε υπάρξει. Όταν τέθηκε θέμα λίστας Λαγκάρντ και διαπιστώθηκε ότι αυτή είχε «χαθεί», προθυμοποιήθηκε ο Βενιζέλος, ο οποίος είχε στο αρχείο του κρατήσει αντίγραφο υπό μορφή USB,  να την παραδώσει με τον πιο πανηγυρικό και υπεύθυνο τρόπο στο ίδιο το γραφείο του Πρωθυπουργού. Αυτό έγινε κάπου στις αρχές Οκτωβρίου, την πρώτη βδομάδα του μηνός. Ήταν ακριβώς δηλαδή όταν φούντωσε για τα καλά η φημολογία αλλά και όλο αυτό το παραπλανητικό επικοινωνιακό παιχνίδι με τη περιβόητη λίστα, με τον καρβουνιασμένο θησαυρό. Οι επιτροπές της Βουλής πήραν φωτιά, η Ζωή Κωνσταντοπούλου έδινε ρέστα με την κατακεραύνωση των Παπακωνσταντίνου, Βενιζέλου, Καπελέρη, Διώτη και Στασινόπουλου(και πολύ καλά έκανε και την έκανε τη δουλειά της πολύ καλά).

Μιλάμε λοιπόν για ένα εικοσαήμερο φωτιά. Οι πάντες αναζητούσαν τη λίστα και το περιεχόμενο της δύο χρόνια τώρα και μετά από δυό χρόνια αυτή βρέθηκε και κατεληξε επίσημα και πανηγυρικά στα χέρια του Πρωθυπουργού τελικά. Δυό χρόνια λοιπόν η λίστα-το ιερό δισκοπότηρο της δημοσιογραφικής επιτυχίας, που όλοι λαχταρούσαν να πιάσουν στα χέρια τους-δεν βρίσκονταν πουθενά. Κι όμως σε είκοσι μέρες από όταν παραδόθηκε αυτή λίστα στα πρωθυπουργικά χέρια, μέσα σ’αυτές τις είκοσι μέρες εμφανίστηκε εντελώς ξαφνικά και στον τύπο! Πολύ παράξενη σύμπτωση ομολογουμένως! Όπως έγραψα και πριν η ίδια η λίστα δεν έδειξε να είναι τόσο σημαντική καθεαυτή. Κανείς σημαντικός-εμβληματικά σημαντικός-δεν απειλούνταν μ’αυτή τη λίστα. Άρα μπορούσε ακίνδυνα να γίνει όση σπέκουλα ήθελε αυτός που θα διαχειρίζονταν την τύχη της. Κι επειδή η σπέκουλα δεν άφηνε και πολλά περιθώρια ζημιών, αυτό σήμαινε ότι ήταν ασφαλής τελικά ακόμη και η δημοσίευση της. ΕΔΩ ΑΡΧΙΖΕΙ ΠΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ. Ασφαλώς κανένας Μπαξεβάνης δεν πρόλαβε να κάνει εκείνη την έρευνα που να του δώσει σ’αυτές τις τόσο κρίσιμες για την υπόθεση ημερομηνίες το προϊόν της. Ακόμη και για να βρεις τα τηλέφωνα και τις διασυνδέσεις που θα σε οδηγήσουν στην πηγή, το εικοσαήμερο δεν φτάνει ούτε για τα τηλεφωνικά οδοιπορικά. Προφανώς επιλέχτηκε ο δημοσιογράφος από αυτόν που του παρέδωσε το υλικό, πολύ πριν ο δημοσιογράφος προλάβει να φτάσει-αν είχε ποτέ την πρόθεση να φτάσει, αν είχε κάνει το σχεδιασμό ή καν την προεργασία για κάτι τέτοιο-στη πηγή.

Γίνεται λοιπόν η δημοσίευση. Όλα καλά. Το δημοσιογραφικό σουξέ εξασφαλίστηκε αλλά δεν είχε φτάσει στον κολοφώνα του: είναι τότε που αρχίζει η δεύτερη πράξη του θεάτρου που προαναφέραμε: το σικέ κυνηγητό και η σύλληψη του Μπαξεβάνη. Ο γενναίος δημοσιογράφος τους προκαλούσε τους γερμανοτσολιάδες να τον συλλάβουν, δίνοντας στίγμα ακριβές: διεύθυνση και αριθμό! Και τον συνέλαβαν! Και τον προσήγαγαν! Και τον άφησαν ελεύθερο! Και τον δίκασαν-αυτόφωρο παρακαλώ! Και τον αθώωσαν! Όλα αυτά σε λιγότερο από μια βδομάδα! Το σίγουρο λοιπόν είναι ότι αφενός μεν η λίστα δόθηκε στον Μπαξεβάνη από κάποιον από αυτούς που την είχαν-η λογική αποκλείει όμως όλους τους προηγούμενους των σημερινών, το εξηγήσαμε παραπάνω-και ότι από τη δημοσίευση της λίστας αυτής κανείς δεν ζημιώθηκε αλλά επίσης είναι σφόδρα αμφίβολο ότι και ο ελληνικός λαός θα ωφεληθεί. Ποιος ο σκοπός λοιπόν όλου αυτού του νταβαντουριού; Κανείς! Το αποπροσανατολιστικό νταβαντούρι μόνο και τίποτε άλλο. Τώρα πια κάθε ενδιαφέρον για λίστες έχει ξεθυμάνει στο κοινό. Η ιστορία του πιτσιρικά τσοπάνη με τα πρόβατα και τον ψεύτικο λύκο σε προγραμματική επικοινωνιακή βερσιόν.

Το παράξενο ή μπορεί και όχι τόσο παράξενο, είναι ότι αντί το κράτος να επιδιώξει ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ του ζητήματος εξαγωγής μαύρου χρήματος, που σημαίνει ακριβοδίκαια να πιαστούν ΟΛΟΙ όσοι φοροδιέφυγαν, στέκεται σε επιλεκτικές και ενδεικτικές λίστες, που από μόνες τους δεν θεμελιώνουν κατηγορίες. Και το παράξενο είναι ακριβώς αυτό. Ότι αντί εκεί να επικεντρώνει τη δράση του το κράτος, διαχειρίζεται αυτή τη λίστα κατά το επικοινωνιακό δοκούν της στιγμής. Η υπόθεση λίστας Λαγκάρντ και ο τρόπος που τη διαχειρίστηκε το κατεστημένο μέσω της διανομής της στον τύπο, πρόσφερε πολύ κακές υπηρεσίες για το αληθινό πρόβλημα της φοροδιαφυγής και μάλιστα αυτής της κλίμακας. Όποιον και να ρωτήσετε αφενός θα νομίζει ότι ΟΣΟΙ ΥΠΟΠΤΟΙ ΔΕΝ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΛΙΣΤΑ ΛΑΓΚΑΡΝΤ ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΕΚΜΑΙΡΟΝΤΑΙ ΤΩΡΑ ΑΘΩΟΙ-δεν είναι καν ο επισκέπτης της Ελβετίας Θέμος Αναστασιάδης!-και φυσικά μοιάζουν παραιτημένοι από κάθε πιθανότητα να δουν αληθινούς ένοχους να τιμωρούνται. να η υπηρεσία που πρόσφερε αυτή η κοάζουσα και κραυγαλέα δημοσίευση. Βρισκόμαστε πάλι στα ίδια, απλά έχουμε τώρα έναν ήρωα, ήρωα όχι διαφορετικό από τους τοξικούς αρσιβαρίστες Ολυμπιονίκες μας. Σικέ ήρωα δηλαδή.