Archive for the ‘Η λατρεία των εικόνων’ Category

Η μελαγχολία σαν πόζα έχει κι αυτή δράμα

Νοέμβριος 28, 2012

Η γιαγιά μου όταν έβλεπε γριά εκκεντρικά ντυμένη και καλωπισμένη είχε  πάντα έτοιμο ένα σκληρό χαρακτηρισμό: πουτανόκωλος!

Ο Sir(!) Cecil Beaton ήταν ένας διάσημος φωτογράφος διασημοτήτων. Απλά διάσημος. Ο κλειστός κύκλος της αγγλικής αριστοκρατίας δεν θα παραδίνονταν ποτέ στα αδηφάγα μάτια ενός παρείσακτου αστού φωτογράφου, όσο ταλέντο μπορεί και νάχε και ίσως ακριβώς λόγω αυτού του ταλέντου του, που θα τον καθιστούσε αυθωρεί επικίνδυνο αυτόν και το απίστευτα σατανικό αλλά απαραίτητο εργαλείο του: τη φωτογραφική μηχανή του!

Ο Σίσιλ Μπήτον λοιπόν ήταν ο άνθρωπος τους. Μ’αυτόν μεγάλωσαν μαζί. Μ’αυτόν σπούδασαν. Μ’αυτόν μοιράστηκαν κοινές χαρές και λύπες. Ήταν σάρκα από τη σάρκα τους, ήταν συνάφι τους και άρα απόλυτα έμπιστος τους. Μπορούσαν μπροστά του να ξανοιχτούν και να γίνουν ακόμη και διαχυτικοί ή -ακόμη πιο τολμηρά για τις γυναίκες- διαχυτικές με την κάμερα του, έτσι για την προσωπική τους ηδονή να εκτεθούν ιδιωτικά σαν να τόκαναν δημόσια. Η κυρία της φωτογραφίας, με κοσμήματα ικανά να θρέψουν ολόκληρη την επαγγελματική ζωή ενός κοσμηματοπώλη, είναι κάποια απόγονος της Βασίλισσας Βικτωρίας της Μεγάλης Βρετανίας. Είναι προφανής η εξοικείωση της με το φωτογράφο-που παρεμπιπτόντως ήταν ο επίσημος φωτογράφος της βασιλικής οικογένειας της Αγγλίας-κάτι που δηλώνεται από την ανεπίτρεπτα για το αυστηρό βασιλικό πρωτόκολλο χαλαρή, ρεμβαστική και σαφώς μελαγχολική πόζα, που είναι όμως μόνο πόζα,μην ξεχνιόμαστε, παρόλα αυτά ασύμβατη με το στεγνά περήφανο και στητό των δυναστικών πορτραίτων. Είναι ολοφάνερο πάντως ότι η μελαγχολία δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι ιδιότητα αυτής της τρελοκαμπέρως, που η κρυφή της λαχτάρα θα ήταν να βρεθεί σε στούντιο της Αννίτας Πάνια της Αγγλίας-στην ανάγκη και στης δικής μας της αυθεντικής.

O Winterhalter αν και όχι βρετανός, διέπρεψε στη Μεγάλη Βρετανία της Βικτωριανής εποχής αλλά και σε όλη την -μοναρχική τότε-Ευρώπη. Αυτό το στυλ πομπώδους επίδειξης υλικών και λάμψης υιοθέτησε και ο φωτογράφος Σίσιλ Μπίτον.

Η εικονογραφική κουλτούρα του φωτογράφου ήταν τα γκλαμουράτα πορτραίτα της αριστοκρατίας έτσι όπως καθιερώθηκαν στα μέσα του 17ου αιώνα από τον φλαμανδό Sir Anthony van Dyck και εκβρεττανίστηκαν από τους διαπρεπείς επιγόνους του στα τέλη του 18ου αιώνα Sir Joshua Reynolds, Thomas Gainsborough και κυρίως από τον Sir Thomas Laurence, φτάνοντας πια στο τέλος της Βικτωριανής εποχής με τον αμερικανό John Singer Sargent. Είναι η κουλτούρα του Society(high society προφανώς) Portrait. Ρηχή, επιδεικτική, επιδερμική. Κλούβια! Δέστε όμως πώς -ερήμην οποιασδήποτε βαθιάς ενδοσκόπησης εκ μέρους του φωτογράφου: δεν είχε τέτοιες προδιαγραφές ο καημένος-βγαίνει μια παράξενη μέσα στη νοσηρότητα της ενδιαφέρουσα εικόνα. Το ξαναλέμε ότι, προφανώς το μοντέλο της σπαραξικάρδιας αυτής φωτογραφίας ήταν ένα σούργελο-οκ, ένα σούργελο με τρομερά επώνυμη καταγωγή-αλλά ερήμην της ίδιας και του φωτογράφου της, βγαίνει όχι μόνο ένα ντοκουμέντο εποχής-είναι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια-αλλά και ένα ντοκουμέντο ψυχής-άδειας, κενής, πληκτικής αλλά ψυχής, ψυχής που κρέμεται απεγνωσμένα από το δανεικό και επίπλαστο λούστρο των κοσμημάτων της για να δείξει την κενότητα της, που στοιβάζει τόσα χρόνια όσα και διαμάντια με πέρλες. Παρασυρμένη από έναν ανόητο επιδεικτικό οίστρο και μεθυσμένη, αυτή-αλλά και ο φωτογράφος της-εκθέτει το γεροντικό της σώμα σε μια χωρίς προηγούμενο ανάρμοστη θέα: η βαρύτιμη διαμαντένια καρφίτσα τραβάει με το βάρος της το ύφασμα προς τα κάτω και σχεδόν εκθέτει το αποστεωμένο της μπούστο, ενώ την ίδια στιγμή ο δεξιός ώμος αποκαλύπτεται σε ένα εξίσου απρεπές γλίστρημα του μεταξωτού υφάσματος, για να δείξει τα οστά με το σχεδόν άνυδρο, αποξηραμένο δέρμα. Η γριά αυτή ποζάρει με την ανάμνηση ενός τρόπου που στη βικτωριανή εποχή-εποχή της γονιδιακής της μνήμης- θεωρούνταν σέξι. Είχε κάτι από τη νοσηρή λατρεία της φυματίωσης, με τα βυθισμένα στις κόχες τους μάτια και την περιρρέουσα θανατίλα.

Στο σενάριο που έπλασα για τη φωτογράφιση της σαψαλιασμένης πριγκήπισσας μια χαρά κoλλάει αυτός ο σπουδαίος,αντισυμβατικός και καυστικός πίνακας του Bernardo Strozzi.

Βλέποντας λοιπόν αυτή την εικόνα συνειδητοποίησα ότι αυτή η ποζάτη μελαγχολία της πριγκήπισσας μπορεί με τον καιρό να γίνει και η ίδια η πεμπτουσία της μελαγχολίας, της μελαγχολίας που στον πυρήνα της έχει την αίσθηση της ματαιότητας των πραγμάτων. Να το ξανατονίσω ότι αυτό συμβαίνει ερήμην της πρόθεσης και του μοντέλου και του φωτογράφου της-ποτέ δεν θα ποζάριζε με όλο αυτό θησαυρό κοσμημάτων ικανό να επενδύσει τετρακόσιες λειψανοθήκες, μόνο και μόνο για να εικονογραφήσει την μελαγχολία και την έννοια της ματαιότητας. Σε τελευταία ανάλυση ο Μπήτον, ο φωτογράφος, δεν ήταν ο στοχαστικός Dürer για να σκεφτεί κάτι πέρα από την επιφάνεια των πραγμάτων.

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ: το εμβληματικότερο έργο της μεγαλύτερης μορφής ολόκληρης της Βόρειας Αναγέννησης: του Άλμπρεχτ Ντύρερ.

Η ευγένεια του νικητή (100 χρόνια ελεύθερη Θεσσαλονίκη)

Οκτώβριος 26, 2012

Γιορτάζουμε, θυμόμαστε και τιμούμε τα 100 χρόνια της ελεύθερης Θεσσαλονίκης και τα 100 χρόνια της ελεύθερης ελληνικής Βόρειας Ελλάδας.

Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για εικονογραφικό υλικό σχετικό με την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, το πιο πιθανό είναι να πέσεις σε λαϊκές έγχρωμες λιθογραφίες που συνοψίζουν με υποδειγματικά εμβληματικό τρόπο το ιστορικό γεγονός συνήθως στη στιγμή της παράδοσης της πόλης από τον Τούρκο Διοικητή της στις Ελληνικές Αρχές. Αυτό που κάνει εντύπωση σ’αυτή την εικονογραφία είναι ο πολιτισμένος τρόπος που συμβαίνει αυτό. Μην ξεχνάμε ότι μέχρι να αποφασιστεί η παράδοση τα δύο μέρη πολεμούσαν μέχρι θανάτου για να κρατήσουν τις θέσεις τους.

Paolo Veronese: Η οικογένεια του νεκρού βασιλιά Δαρείου μπρος στον Μεγαλέξαντρο. Συνήθως τέτοια εικονογραφία μπαίνει στο κεφάλαιο του βιογραφικού του μεγάλου Αλεξάνδρου με τον τίτλο: «Η μεγαλοψυχία του Αλέξανδρου» και αναφέρει τέτοιες συμπεριφορές όχι μόνο στο κυριολεκτικά πολεμικό πεδίο αλλά και στο μεταφορικά αντίστοιχο πολεμικό του έρωτα.

Ουσιαστικά ένας τέτοιος τρόπος να τελειώνει ο πόλεμος είναι ευρωπαϊκός τρόπος και κατά μία έννοια ανάγεται στη συμπεριφορά που έδειξε σαν νικητής πολέμαρχος ο Μέγας Αλέξανδρος. Ενώ διασφάλιζε τη νίκη του, παράλληλα εξασφάλιζε-αν το βοηθούσε η αντίπαλη πλευρά-και το σεβασμό του αντιπάλου χωρίς να προσφεύγει σε πράξεις εκδίκησης τέτοιες και τόσο κραυγαλέες που να δείχνουν τυραννική πρόθεση του νέου κατακτητή νικητή. Υπάρχει ακριβώς το θρυλικό απόσπασμα που περιγράφει ο Πλούταρχος, για το πόσο βασιλικά συμπεριφέρθηκε ο Μεγαλέξαντρος στην οικογένεια του νεκρού στη μάχη βασιλιά των Περσών Δαρείου, που αφού τους δέχτηκε με τιμές στην πολεμική σκηνή του έδωσε εντολή να επιτραπεί να επιστραφεί το νεκρό σώμα του Πέρση βασιλιά και όχι μόνο αυτό αλλά και να ταφεί με τις βασιλικές τιμές που θα άρμοζαν σαν ηγέτη του λαού του. Κάτι τέτοιες συμπεριφορές ουσιαστικά περιέχουν εν σπέρματι τις πρώτες έννοιες αυτού που σήμερα έχει διαμορφωθεί σε αυτό που το Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο αποκαλεί «Το Δίκαιο του Πολέμου»

Diego Velasquez: Η παράδοση της Μπρέντα. Ο εμβληματικότερος πίνακας στην ιστορία της ζωγραφικής παράστασης της ευγένειας του νικητή απέναντι στο νικημένο.

Για να γυρίσουμε  λοιπόν στο θέμα της εικονογραφικής αναπαράστασης της παράδοσης της Θεσσαλονίκης από τον τότε Τούρκο Διοικητή της στις Ελληνικές Αρχές-που τις εκπροσωπούσε ο διάδοχος τότε Κωνσταντίνος-και της όλης τάξης και ευγένειας που χαρακτηρίζει την τελετή παράδοσης, αυτός που καθιέρωσε πρώτος αυτή την εικονογραφική αντίληψη μιας πολιτισμένης παράδοσης-παραλαβής ανάμεσα στον ηττημένο και το νικητή, είναι ο μεγάλος Ισπανός ζωγράφος Ντιέγκο Βελάσκουεθ ( Diego Velasquez 1599-1660). Ουσιαστικά σ’αυτόν τον εμβληματικό, μνημειακών διαστάσεων-πάνω από τριάμισυ μέτρα πλάτος- πίνακα, την «Παράδοση της Μπρέντα» ή όπως πολύ παραστατικά είναι γνωστότερος στους ίδιους τους Ισπανούς:» Las Lanzas» ,Οι Λόγχες» λόγω των νικητήρια ορθωμένων λογχών στο δεύτερο πλάνο, ο Βελάσκουεθ έδειξε το είδος της διαισθητικής εξυπνάδας που σήμερα είναι γνωστή σαν συναισθηματική νοημοσύνη. Δηλαδή πέρα από το να οργανώσει το εικονογραφικό του θέμα με άψογο τρόπο και πέρα από την δεξιοτεχνική εκτέλεση κάθε μέρους της επίπονης αυτής και χρονοβόρας διαδικασίας-σύνθεση, σχεδίαση, χρωματισμός-είχε την ευφυΐα να μην προσφύγει στα εύκολα και ανά πάσα στιγμή αυτόματα ανακαλούμενα κλισέ του τροπαιοφόρου νικητή αλλά να χειριστεί το θέμα με τη διάκριση και την αισθηματική λεπτότητα ενός δραματουργού χαμηλών τόνων.

Η ευγενέστερη συνάντηση νικητή και ηττημένου: Ο εκπρόσωπος των νικητών Αμβρόσιος Σπίνολα-δεξιά με τη στραταρχική ράβδο στο χέρι-χωρίς ίχνος νικητήριας αλαζονείας και με απλωμένο χέρι συμπάθειας στον ώμο του αντιπάλου του, δέχεται τη συμβολική παράδοση των κλειδιών της ολλανδικής πόλης της Μπρέντα από τον αμήχανο αλλά ακόμη αξιοπρεπή ηττημένο Μαυρίκιο του Νασσάου.

Ο ιδιοφυής Βελάσκουεθ διαχειρίστηκε πράγματι με απίστευτη ψυχολογική λεπτότητα ένα συμβάν που ο ίδιος δεν έζησε και που οι συμβάσεις της εποχής καλούσαν σε εντελώς διαφορετική διαπραγμάτευση του. Η Ιστορία τον δικαίωσε σ’αυτή του τη διάκριση. Η Μπρέντα τελικά γύρισε στους Ολλανδούς λίγα χρόνια μετά το θάνατο του. Σκεφθείτε να είχε διαχειριστεί το θέμα με όλο εκείνο το γνώριμο στόμφο, όπου τον νικητή τον ραίνουν με φωτοστέφανα πολεμικής δόξας μισόγυμνες ελκυστικές Νίκες και όπου ο ηττημένος βρίσκεται ταπεινωμένος και δεμένος χειροπόδαρα σε μια ανελέητη επίδειξη ανόητης και ματαιόδοξης πολεμικής προπαγάνδας. Αυτό το εικονογραφικό προηγούμενο του Βελάσκουεθ έγινε πια εικονογραφική κατάκτηση. Εμπεδώθηκε ακόμη και στον τελευταίο λαϊκό εικονογράφο-όπως ο δικός μας που αναπαρέστησε όλες τις νικητήριες καταλήξεις των Βαλακανικών Πολέμων με τον ίδιο ευγενικό τρόπο.

Παράδοση της Πόλης των Ιωαννίνων από τον Τούρκο Διοικητή της στο Διάδοχο Κωνσταντίνο. Λαϊκή λιθογραφία της εποχής. Προσέξτε ότι διατηρείται σε τόσο υψηλό βαθμό η αξιοπρέπεια του ηττημένου ώστε να παραδίδει έφιππος και με μόνο με μια συμβολική κλίση της κεφαλής μπρος στον νικητή.

Υ.Γ. Τη στιγμή που όλοι οι Έλληνες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Επικράτειας χαίρονται και γιορτάζουν για την επέτειο των 100 χρόνων ελεύθερης ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ Θεσσαλονίκης, μία μόνο φωνή-παράφωνη ακούστηκε: αυτή του απελπιστικά μόνου Στέφανου Μάνου. Λένε πως τον κακό άνθρωπο από αυτό τον ξεχωρίζεις: όταν δεν θέλει να συμμετάσχει σε μια γενική χαρά.

Η μοχθηρία έχει επώνυμο και είναι πάντα εχθρική στη χαρά του κόσμου. Στέφανος Μάνος: στάθηκε πάντα απέναντι στο λαό και είδε την πολιτική όχι σαν υπηρεσία προς το λαό αλλά σαν εξυπηρέτηση ενός ανοικονόμητου αλαζονικού υπερεγώ.

Επικρίνει λοιπόν αυτός ο αχαρακτήριστος τις εορταστικές εκδηλώσεις για τα 100χρονα της Ελεύθερης Ελληνικής Θεσσαλονίκης που την νοσταλγεί-ναι μα το Θεό, έτσι αναφέρει στην ανακοίνωση του απο-κόμματος του!-όπως ήταν την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Πάρτονε στη χαρά σου να σου ψάλλει τον επικήδειο!

Αυτό που λείπει δεν το αφαίρεσε η φαντασία

Οκτώβριος 19, 2012

Πού είναι ο τραπεζοκόμος να τα μαζέψει;

Πίνακες εγκατάλειψης, παρατημένες ζωγραφιές, κάπως έτσι αποκαλεί τις ψηφιακές επεξεργασίες διάσημων πινάκων της Ιστορίας της Τέχνης ο Ούγγρος ψηφιακός καλλιτέχνης Bence Hajdu (http://www.behance.net/bencehajdu). Διαλέγει εμβληματικά έργα συνήθως, που έχουν εγκατασταθεί για τα καλά στο DNA της μνήμης της ανθρωπότητας και αφαιρεί από αυτά κάθε ανθρώπινη παρουσία. Το πρώτο έργο που είδα ήταν ο «Μυστικός Δείπνος» του Leonardo da Vinci, η πιο εμβληματική εικόνα του Χριστιανισμού. Η ιδέα είναι ευφυής γιατί, αμέσως όπως δεις την εικόνα, δημιουργούνται φοβεροί συνειρμοί. Η φαντασία καλπάζει για το ποια μπορεί είναι η τύχη των πρωταγωνιστών του πασίγνωστου δράματος. Το σενάριο μοιάζει να ξαναγράφεται! Προφανώς ένα τέτοιο έργο τέχνης είναι ιδέα, είναι σύλληψη που έχει σαν βάση της ένα προηγούμενο έργο τέχνης και δεν έχει να κάνει με την δημιουργική αντίληψη που παράγει το πρώτο έργο τέχνης και που τελικά  ήταν η αφορμή της δεύτερης ιδέας, της ψηφιακής. Όσο ο ευφυής ψηφιακός καλλιτέχνης προχωράει στην εξέλιξη του σχεδίου του, τόσο οι επόμενες εικόνες πέφτουν  περισσότερο στο επίπεδο του διασκεδαστικού παιχνιδιούι και χάνουν τη βαρύτητα της πρώτης εντύπωσης. Καμιά φορά βέβαια βρίσκει μια πρόσθετη ιδέα και την καταθέτει-όπως η όντως ευφυής εγκατάλειψη του μανδύα της Παναγίας του Ευαγγελισμού πάνω στο σκαμνάκι, από την τοιχογραφία του Φρα Αντζέλικο, αφήνοντας μας έτσι κάποιο περιθώριο ακόμη και για βέβηλα ασεβείς, σκαμπρόζικους συνειρμούς.

Η εντύπωση λοιπόν εξαντλείται αρκετά γρήγορα-το διασκεδαστικό μέρος ουσιαστικά βρίσκεται πια στο πoια έργα τέχνης θα επιλέξει και αν στην επιλογή αυτή υπάρχει κάποιο στοιχείο που να ενοποιεί τις εικόνες πέρα από την αφαίρεση της ανθρώπινης παρουσίας. Παρόλα αυτά υπάρχει ένα στοιχείο που κάνει πολύ χρήσιμη αυτή την εικαστική ιδέα του ψηφιακού μας καλλιτέχνη και που μπαίνει στον πυρήνα της καλλιτεχνικής δημιουργίας: την κατασκευή του έργου τέχνης. Αυτό που αποκαλύπτεται με την ψηφιακή επεξεργασία είναι ο σκελετός του έργου τέχνης. Ουσιαστικά αυτό που παραμένει είναι η βάση πάνω στην οποία ο δημιουργός του αρχικού, του πρωτότυπου έργου τέχνης έβαλε τις μορφές του. Μέχρι τώρα αυτό το είχαμε ή από τα προσχέδια του δημιουργού ή μέχρι πριν λίγο καιρό από τεχνικές ακτινογράφησης των έργων τέχνης-υπάρχουν πολλές και καθεμιά εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό. Με την ψηφιακή επεξεργασία τα πράγματα ξεδιαλύνουν με έναν μαγικά εύκολο τρόπο και κατανοούμε απόλυτα τη δομή του έργου τέχνης άμεσα,σχεδόν αυτοστιγμεί.

Υπάρχει λόγος να βγαίνει ο ήλιος σε έναν πλανήτη που δεν τον κατοικεί καμιά ζωή; Ο Κλωντ Λορραίν παρόλο ότι ήταν ένας συστηματικός τοπιογράφος και μόνο-λέγεται ότι οι ανθρώπινες φιγούρες που ζουν στα τοπία του δεν είναι καν δικές του-παρόλα αυτά τελικά φρόντιζε η ανθρώπινη παρουσία να είναι αισθητή σε κάθε έργο του, όπως εδώ με το πολύβουο λιμάνι μιας ειδυλλιακής εξωτικής αρχαιότητας.

Κάπως έτσι πρέπει νάταν ο πίνακας πριν ο ίδιος ο ζωγράφος ή άλλος, εξειδικευμένος συνεργάτης του, στο εντελώς τελευταίο στάδιο της δημιουργίας του, προσθέσει τις ανθρώπινες φιγούρες. Ο πραγματικός, ο αληθινός, ο αυθεντικός Κλωντ Λορραίν είναι αυτός!

Η γυναίκα που αγαπάει δεν μπορεί να εκδικηθεί, ακόμη κι αν το προσπαθεί φιλότιμα

Οκτώβριος 10, 2012

Για τη χάρη της και για την ομορφιά της ο Πικάσο έκανε τους πιο συμβατικούς πίνακες στη ζωή του. Προφανώς ήταν πιο θερμή σαν γυναίκα-ο Πικάσο σίγουρα τόξερε αυτό, το ζούσε- απόσο υπήρξε ψυχρή σαν μοντέλο πάντως-το δεύτερο το βλέπουμε ολοκάθαρα εμείς.

Η πονεμένη από ζήλια γυναίκα μπορεί να φτάσει να γίνει ακόμη και Μήδεια. Ευτυχώς όμως τις πιο πολλές φορές γίνεται μια καλά αποζημιωμένη ζωντοχήρα. Στην περίπτωση όμως της Όλγας Κόκλοβα, της πρώτης γυναίκας του Πικάσο, ούτε αυτό της προέκυψε, αφού ο εκρηκτικός Ισπανός, που κουλάντριζε τις γυναίκες καλά, δεν της έδινε το διαζύγιο με την γενναία αποζημίωση που εκείνη τόσο διακαώς λαχταρούσε. Ζούσαν λοιπόν χωριστά-αυτά τα τυχερά τα επιτρέπει η αντισυμβατική ζωή των καλλιτεχνών-αλλά συχνά πυκνά εκείνη τον πολιορκούσε- όταν είχε έμπνευση, φαίνεται πως ήταν πολύ καλή-με ποικιλόμορφες δηλητηριασμένες λεκτικές επιθέσεις. Έτσι, μια φορά του έστειλε μια καρτ-ποστάλ με την αυτοπροσωπογραφία του Ρέμπραντ. Πίσω έγραψε: » Αν ήσουν σαν αυτόν, θα ήσουν μεγάλος καλλιτέχνης!» Το περιστατικό αυτό το αφηγείται μια από τις επόμενες συντρόφους του Πικάσο, η Φρανουάζ  Ζιλό. Φαίνεται πως ο Πικάσο απολάμβανε ιδιαίτερα αυτού του είδους τις εκρήξεις θυμού της ζηλότυπης αλλά όπως συνάγεται άκακης και τελικά ακίνδυνης γυναίκας του. Συνέβη μάλιστα αυτό ακριβώς το περιστατικό να στάθηκε η αφορμή μιάς αστείας αλλά τελικά πολύ παραγωγικής έμπνευσης για τον Πικάσο: άρχισε να αυτοπροσωπογραφείται συχνά στο στυλ του Ρέμπραντ, δηλαδή με φτερά, καπέλα, κρατώντας στο χέρι του τη παλέτα και το πινέλο, προσθέτοντας όμως σκαμπρόζικες λεπτομέρειες όπως το να περιστοιχίζεται από πλήθος ωραίων, αισθησιακών ολόγυμνων γυναικών-βασικά ήταν σκηνές μπουρδέλου, εμπνευσμένες από έναν άλλο αγαπημένο ζωγράφο του Πικάσο, τον Ντεγκά(Degas). Σίγουρα μια τέτοια εικονογραφία θα έπρεπε να δημιουργεί διαρκώς νέες και εντελώς ιλαροτραγικές καταστάσεις στο ζευγάρι, που όμως το συνέδεε ακόμη η ύπαρξη ενός παιδιού, του πρώτου του και ίσως και του πιο αγαπημένου του, του Πωλ.

Ο Πικάσο στον πιο αγαπημένο του αυτοπροσωπογραφικό του ρόλο: εδώ μεταμφιεσμένος σε αναμαλλιασμένο από ερωτική έξαψη και ενθουσιασμό ηδονοβλεψία Ρέμπραντ!

Κρεμάσου απ’τη ζωή σου

Οκτώβριος 4, 2012

Αν είσαι μάγκας πάρε το κορίτσι χωρίς φράγκα και γάμα το διαμάντι!

Έχετε δει πλούσιο, νεκρό; Στριμωγμένον καθώς είναι μέσα στο λακαρισμένο του φέρετρο, έχετε παρατηρήσει πώς τα θηριώδη πλούτη του, που δεν κατάφεραν να τον σώσουν, είναι αμέτοχα στον-όποιο-θρήνο; Το χρυσάφι θα συνεχίζει να λάμπει, το διαμάντι θα αστράψει, το βελούδο θα θωπεύσει. Ακόμα και οι νάρκισσοι, που πεθαμένοι πρέπει φτάνουν στο κιβούρι του για να μπορέσουν να τον περιβάλλουν με μια θάλπη ποιητικής τρυφερότητας, όπως χαζά νομίζουν οι πεθαμενατζήδες ντεκορατέρ, φτάνουν χωρίς τη σκευή των δικών τους αισθημάτων. Τάχετε λοιπόν δει αυτά τα πλούτη, αταίριαστα, εκτός τόπου, αμήχανα, να τον περιβάλλουν, στις τελευταίες του ώρες πάνω στη γη, αδρανή και απορημένα, αδύναμα να τον συνδράμουν, γιατί είναι μια μάζα κενού επί της ουσίας, σαν ένα ανανταπόδοτο αίσθημα που δεν είναι σε θέση ποτέ, μα ποτέ να εκπέμψει τίποτε για να προλάβει ή να ακυρώσει την απέλπιδα τελεσιδικία του μοναχικού ΠΑΝΤΑ θανάτου; Έχετε δει λοιπόν, έχετε συνειδητοποιήσει, πόσο ερήμην του πλούτου του πεθαίνει ο πλούσιος; και ξέρετε ποιο είναι το πιο παράξενο που συμβαίνει; Ότι το τελευταίο πράγμα που επιθυμεί ο πλούσιος που ξεψυχάει είναι τα πλούτη του! Αλλά κι αυτά τον εκδικούνται με τη σειρά τους, με την αδιαφορία τους απέναντι του: έχετε  ποτέ ακούσει  να ενίστανται στις δημοπρασίες των μεγάλων οίκων ή να εκφράζουν μιά-έστω αμυδρά- επιφύλαξη για την αλλαγή αφεντικού; Τα πλούτη-αλίμονο!- δεν είναι σχέση αμοιβαιότητας ψυχικής. Δεν σου ανταποκρίνονται ψυχικά. Είναι στατική ύλη που οι αφελείς οικονομολόγοι την αποκαλούν ρευστό καμιά φορά. Είναι νεκρή ύλη-με την κυριολεξία της λέξης, που στη πραγματικότητα δεν μετέχουν στη ζωή των ανθρώπων παρά σαν κυριολεκτικά και κυρίως σαν μεταφορικά, ψυχικά βάρη.

Ο αυτοσαρκασμός είναι ήδη ένα ανώτερο επίπεδο ζωής-το λούσο του πνεύματος.

Αξίζει να χαραμίζεις τη ζωή σου μόνο για τον πλούτο; Πού βρίσκεται το αληθινό νόημα της ζωής που πάντα στο τέλος της θάχει το θάνατο, άρα θάχει πάντα δεδομένη τη ματαιότητα; Η ζωή είναι η έκλαμψη της ύλης, της δικιάς μας ύλης. δεν είναι η δάνεια λάμψη των υλικών που κατέχουμε. Τα υλικά αγαθά είναι ωραία όσο δεν γίνονται φορτίο αλλά μας βοηθούν-απενοχοποιημένα- στην απόλαυση της ύλης μας με υψηλό αισθηματικό τρόπο. Και τέτοια απόλαυση της ύλης της ζωής τη δίνει μόνο η θέρμη και η ειλικρίνεια των σχέσεων με τους συντρόφους και συνοδοιπόρους μας σ’αυτή τη ζωή, τους συνανθρώπους μας από όποια ιδιότητα και αν τους αγαπάμε:παιδιά, γονείς, γυναίκα, φίλους. Απόλαυση ζωής πάντως σε καμιά περίπτωση δεν είναι η  αναγκαστικά επίπλαστη ζωή που θα μας επιβάλλει -σε όσους από μας  τουλάχιστον δεν είμαστε συνηθισμένοι στην κατανάλωση του-ο χυδαίος, επιδεικτικός πλούτος. Άρα δεν αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουμε γι’αυτόν. Δεν θα έδινα ούτε μισή παραγωγική σκέψη μου για τον σκανδαλιστικά εύκολο πλούτο γιατί, αφενός δεν θέλω και αφετέρου, δεν θα μπορούσα να τον διαχειριστώ συναισθηματικά. Θα με καθήλωνε με την παραλυτική του δύναμη σε ένα είδος ζωής που δεν είναι ζωή μου. Θα αναλωνόμουν σε προσπάθειες που ψυχικά δεν με αφορούν. Η δικιά μου-υλιστική πάντα-κοσμοθεωρία έχει την ύλη της ψυχής μου, της ψυχής σαν ειδικού κάλλους σωματική εκδήλωση, σαν κέντρο και σκοπό. Όλα τ’άλλα έχουν αξία στο βαθμό που δεν αλλοιώνουν και δεν παρεκκλίνουν από αυτό το κεντρικό μοτίβο ζωής.

Υ.Γ. Η ανάρτηση αυτή σαν αρχική αφορμή είχε τη φωτογραφία με το κορίτσι και την αυτοσχέδια Louis Vouiton τσάντα του, που ήθελα να την αντιπαραθέσω με εκείνη την περιβόητη των 3.000 ευρώ της Βίκυς Σταμάτη-του κοριτσιού του Άκη Τσοχατζόπουλου. Η σημερινή δραματική συγκυρία της αυτοκτονίας του πρώην υφυπουργού Λεωνίδα Τζανή κάνει με ένα τρόπο παράξενα επίκαιρο το σε ανύποπτο χρόνο γραμμένο-πριν τρεις μέρες-μικρό αυτό κείμενο.

Keith Haring

Σεπτεμβρίου 7, 2012

Από όλο εκείνο το φρικαλέο ανθρώπινο σκουπιδομάνι-τραβεστί, πορνίδια και των τριών φύλων, πρεζόνια, ψώνια που εκλιπαρούσαν για φτηνό κλέος προσφέροντας τα πάντα από ό,τι περίσσευε από την χαμένη τους ψυχή που είχε τη νοσηρή μορφή σώματος σε καταστολή, βαρεμένοι σκουπιδιάρηδες του πιο αλλοπρόσαλλου περιθωρίου- από όλα αυτά τα παρακμιακά λοιπόν χερουβείμ της-λευκής φυσικά! αλίμονο!- σκόνης που είχε περιμαζέψει ο φριχτός σκουπιδοτενεκές που ο ίδιος ήταν-ο Andy Warhol δηλαδή-ο μόνος που ξεχώριζε όχι μόνο με την αγγελική γλύκα της μορφής του αλλά και με το αληθινό και πηγαίο ταλέντο του ήταν ένας πιτσιιρικάς, ο Keith Haring.

Θα μπορούσε νάναι άνετα ένας graphic,ένας Pop Jackson Pollock!

Το ταλέντο του ήταν αληθινά πρωτότυπης δημιουργικής φύσης και δεν είχε καμιά σχέση με τις ξεπατικωσούρες του εικαστικού μπουρδολόγου Warhol, που χάρη στις παπαριές του-μπρος στις οποίες εκστασιάζονταν- και εκστασιάζονται ακόμη!-σωρευτικά, οι νεόπλουτοι που βλέπουν την κοσμικότητα τους σαν πιθανό εικαστικό event, οι αμόρφωτες αλλά υψιπετείς λούγκρες της μιντιοκρατίας από προφανή αλληλεγγύη στην κομπλεξική μούσα τους με την πλατινέ περούκα και τα άσχετα αλλά επιτήδεια και πανταχού παρόντα αρπακτικά που ντηλάρουν από κλοπυραϊτίστικη τέχνη της συμφοράς σαν εκείνη του ανούσιου φαφλατά Warhol μέχρι μεθυστικά απογειωτικές χρυσόσκονες και σάρκα για κάθε γούστο. Ο πιτσιρικάς μας όμως δεν ήταν σαν τους άλλους, κι ευτυχώς ούτε καν σαν τον ρηχό, φανφαρόνο μέντορα του. Είχε ταλέντο! Εκρηκτικό, αληθινό ταλέντο και δημιούργησε αληθινά καινοτόμες, πρωτότυπες, ρυθμικά πρωτότυπες θάλεγα, μορφές, που είναι ζήτημα αν οι γύρω του μπορούσαν να κατάλάβουν,  αν συνειδητοποιούσαν το καινούργιο είδος ομορφιάς που εκόμιζαν στην τέχνη οι χαρωπά δονούμενες, πολλές φορές μνημειακών διαστάσεων, φιγούρες του. Παρόλο ότι οι αναφορές του είναι εύκολα ανιχνεύσιμες στα κόμικ, στη γραφιστική τέχνη, στη πρωτόγονη τέχνη ορισμένως και, πιο αναπάντεχα ίσως, ακόμη στην τέχνη ενός σεμνού αμερικανού καλλλιτέχνη, σύγχρονου , φίλου αλλά και εν δυνάμει αντίπαλου του Warhol, του Roy Liechtenstein, η τέχνη του Χέιρινγκ έχει τα εντελώς δικά της χαρακτηριστικά, έτσι που βάσιμα πια να τον θεωρούμε κι αυτόν έναν δημιουργό του 20ου αιώνα.

Ασφαλώς το γραμμικό στοιχείο είναι εμμονικά κυρίαρχο και στις πολύ σπάνιες περιπτώσεις που μπαίνει χρώμα, αυτό συμβαίνει με έναν εντελώς επίπεδο τρόπο, σαν ενιαίο υπόστρωμα σε μια επιφάνεια που από τις τόσες τομές μοιάζει είτε με σκελετό βιτρό είτε με κομμάτια παζλ με έντονο μαύρο περιθώριο. Η θεματική τείνει επικίνδυνα προς τον συμβολισμό και τον σύμφυτο στόμφο του αλλά έχει τόση δροσιά, τόση αφέλεια, τόση ανεμελιά και τόση λίγη λογιότητα το σχέδιο, που ξεπερνάει την παγίδα με ασφάλεια.

Αυτό που ειλικρινά με μαγεύει στη σπουδαία τέχνη του είναι πώς αυτό που σε κάθε άλλη περίπτωση θα ήταν ένα παραγεμισμένο συνοθύλευμα γραμμών ενός καλλιτέχνη με πρόβλημα φόβου του κενού(horrror vacui)στον Χέιρινγκ είναι ακριβώς σπουδή στο ξεπέρασμα του. Πληθωρικός και οικονομικός ταυτόχρονα, χιουμορίστας-πικρός καμιά φορά-αλλά και συμβολιστής με τάσεις ακόμη και προς την αλληγορία. Ενστικτώδης δηλαδή αλλά και εγκεφαλικός ταυτόχρονα. Ο πρόωρος θάνατος του δύσκολα μπορεί να συγχωρεθεί στη Μοίρα. Η πιτσιρικαρία όμως συνεχίζει να τον αγαπά και η φαινομενικά εύκολη τέχνη του και τα σύμβολα της, εύκολα αναπαράγονται και με κάποιο τρόπο τον ανασταίνουν.

Αληθινά λαϊκή τέχνη στον 21ο αιώνα είναι η τέχνη που δημιουργείται από και δημιουργεί για τη νεολαία. Ο μεγάλος πιονιέρος αυτής της νεανικής λαϊκής τέχνης είναι ο Κιθ Χέιρινγκ.

Μιμούμαι άρα σκέφτομαι

Σεπτεμβρίου 5, 2012

Η μίμηση είναι σκέψη,μια πρώτη μορφή-πρωτόγονη μορφή;- σκέψης,  η πρώτη, κινητήρια ίσως δύναμη της σκέψης. Η μίμηση είναι η απόπειρα να διαβαστεί η ζωή, να διαβαστεί ενεργητικά, συμμετοχικά και σωματικά. να σωματοποιηθεί η γνωστική διαδικασία. Σαν δύναμη δεν μοιάζει ιδιαίτερα δημιουργική-φαινομενικά αναπαράγει-αλλά είναι ένα πρώτο βήμα που, μέσω της παραλλαγής-παραλλαγή που είναι ήδη μια πρώτη μορφή βαθύτερης κατανόησης, οδηγεί στην αποσυσπείρωση του φόβου της άγνοιας, στην αποδέσμευση του πνεύματος από τον προγενέστερο, στείρο πια μιμητισμό  και τελικά στην αληθινά ελεύθερη πρωτογενή δημιουργία, που όμως, στον μυστικό της πυρήνα τελικά θάχει ΠΑΝΤΑ έντονα τα χαρακτηριστικά της μίμησης του σύμπαντος που είναι η μεγάλη μήτρα της ζωής.

Δέστε σ’αυτήν την πολύ χαρακτηριστική φωτογραφία με πόσο έξυπνο τρόπο προσπαθούν τα παιδιά να αναπαράξουν όχι απλά την εικόνα αλλά και την ίδια την κατά το δυνατόν τρισδιάστατη υπόσταση της γυάλινης πυραμίδας του Pei στο Λούβρο. Πώς προσαρμόζουν τα απρόσφορα κατ’αρχήν για μια τέτοια αναπαράσταση σώματα τους και με τι ευφυή τρόπο τις τρεις διαστάσεις του γυάλινου μνημείου τις φέρνουν στις δύο του τελικού εξαγόμενου της προσπάθειας τους: τη δισδιάστατη φωτογραφία.

Ακόμη και η ζωγραφική-κατεξοχήν μιμητική διαδικασία-ξεκίνησε σαν ο φθόνος και μοιραία σαν ανταγωνισμός με την αναπαραστατική δύναμη δύναμη του καθρέπτη, που στα πρώτα χρόνια της ανθρωπότητας τον ρόλο τον έπαιζε η ήσυχη επιφάνεια του νερού.

Η ανθρώπινη διάνοια ξεκίνησε σαν μιμητική διαδικασία και τίποτε δεν εικονογραφεί καλύτερα αυτή τη διαπίστωση από τα ίδια τα παιδιά-που άνετα μπορούν και να συμβολίζουν την παιδική ηλικία της ανθρωπότητας- στο υπέροχο αυτό διανοητικό τους παιχνίδι, το μιμητικό.

Η Ιστορία της Ελλάδας!

Αύγουστος 30, 2012

Τη φωτογραφία αυτή τη βρήκα στο μπλογκ του Παπαϊωάννου(http://papaioannou-giannis.net/). Δεν είναι από εκείνες τις φωτογραφίες που λέμε μια εικόνα-χίλιες λέξεις. Είναι εκατοντάτομη συνοπτική ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας! Είναι και κάτι άλλο όμως: η αξίωση της Ελλάδας στα πνευματικά δικαιώματα για τη δημιουργία των κινημάτων Dada και Σουρεαλισμού!

Ένας Έλληνας που γεννήθηκε Νορμανδός και πέθανε Ρωμαίος!

Αύγουστος 28, 2012

Νικολά Πουσέν( Nicolas Poussin)(Αυτοπροσωπογραφία στο μουσείο του Λούβρου): ένας σχετικά άγνωστος στους Έλληνες ελληνολάτρης. Ελληνολάτρης όμως όχι με την παλαβή, τη νοσηρή και την νεφελώδη ελληνολατρία, την κάπως γραφική και αποστειρωμένη αλλά με εκείνη τη θεμελιωμένη σε βιώματα ερευνητικά και δημιουργικά.

Τι περίπτωση κι αυτή ε; Η κορυφαία μορφή της γαλλικής ζωγραφικής, η πατριαρχική της και η πιο αξιοσέβαστη και βλέπεις πως όλοι, από τους πιο άνευρους και στεγνούς ακαδημαϊκούς μέχρι τους πιο ριζοσπαστικούς και καινοτόμους μοντερνικούς, όλοι τον έχουν σαν σημείο αναφοράς. Και όμως αν το καλοσκεφθούμε είναι Γάλλος μόνο στο βαθμό που οι επόμενες γενιές Γάλλων τον ακολούθησαν. Ο ίδιος μοιάζει να μην έχει πάρει τίποτε από τη γενέτειρα του. Έχουν σπάσει το κεφάλι τους οι ιστορικοί της τέχνης να βρουν κάποια ουσιαστική επιρροή από τη Γαλλική σχολή και δεν βρίσκουν ούτε νύξη-στο γνωστό και ώριμο έργο του τουλάχιστον.

«Ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής στη Πάτμο»(Ινστιτούτο Τέχνης, Σικάγο): ακόμη και σε χριστιανικά ή βιβλικά θέματα έδινε την αρμονική του αντίληψη του τοπίου της αρχαιότητας. Φυσικά μην έχοντας επισκεφθεί την Ελλάδα, το τοπίο της Πάτμου του Πουσέν είναι ουσιαστικά ένα τυπικό ρωμαϊκό τοπίο.

Για όλόκληρη τη δημιουργική ζωή του έζησε στη Ρώμη-40 ολόκληρα χρόνια με ένα μόνο μικρό διάλειμμα δύο χρόνων, όταν εξαναγκάστηκε-μιλάμε ουσιαστικά για επιστράτευση!- από το Βασιλιά της Γαλλίας να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Πατρίδα και τη Μοναρχία που τότε έκτιζε τον Παρθενώνα της Νέας Γαλλίας, το παλάτι του Λούβρου! Η τραυματική του εμπειρία να δουλεύει για την βασιλική αυλή και τα φαραωνικά της ιδεώδη, τον έφερε σε κρίση συνείδησης, αφού αυτός-ένας απίστευτα καλλιεργημένος και στοχαστικός καλλιτέχνης, με αστική κατά βάση συγκρότηση αλλά και με ασκητική, στωική προσωπική κοσμοθεωρία, ήταν αλλεργικός σε κάθε είδους μεγαλομανία και επιδεικτικό  πλούτο.

«Ο Διογένης και η πήλινη κούπα»(Μουσείο του Λούβρου). Το σημαντικό αυτό έργο-ίσως το ωραιότερο τοπίο του!-μπορεί και να θεωρηθεί το προσωπικό του ιδεολογικό και κοσμοθεωρητικό του μανιφέστο: η στωικότητα μέσα από την απλότητα της ζωής. Τελικά αν μπορείς να πιεις νερό με την παλάμη σου, γιατί να έχεις την περιττή πολυτέλεια μιας κούπας;

Ζώντας λοιπόν όλη τη ζωή του στη Ρώμη, επιδόθηκε, παράλληλα φυσικά με την τέχνη του, με απίστευτη ενάργεια, στην μελέτη της αυθεντικής ελληνικής τέχνης ανάμεσα στα χιλιάδες ρωμαϊκά αντίγραφα, που πλημμύριζαν την αγορά της τέχνης και που δημιουργούσαν σύγχυση στο τι είναι ελληνικό και τι ρωμαϊκό αντίγραφο ή τι καθαρά ρωμαϊκό. Η αρχαιολογία σαν επιστήμη ήταν ουσιαστικά ακόμη ανύπαρκτη και μόνο χάρη στις επίμοχθες προσπάθειες μιας ομάδας καλλιεργημένων ευγενών και καλλιτεχνών-καρδινάλιος Φραντσέσκο Μπαρμπερίνι(Barberini), ο γραμματέας του καρδινάλιου και προσωπικός του φίλος και μακράν καλύτερος πελάτης του Πουσέν, ο Κασσιάνο ντελ Πότσο( Cassiano del Pozzo), ο μαρκήσιος Βιντσέντζο Τζιουστινιάνι(Vincenzo Giustiniani), πάμπλουτος γενοβέζος που είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στη Χίο, αποικία τότε της Γένοβας και ο συγκάτοικος του και φίλος του, μεγάλος-άδικα όμως ξεχασμένος-φλαμανδός γλύπτης Φρανσουά Ντυκενουά( Francois Duquesnoy)-επιδόθηκαν για πρώτη φορά στην πρώτη συστηματική έρευνα και καταγραφή των ειδικών χαρακτηριστικών της αυθεντικής αρχαίας ελληνικής τέχνης.

«ET IN ARCADIA EGO», δηλαδή, ΚΙ ΕΓΩ ΣΤΗΝ ΑΡΚΑΔΙΑ. Ο θάνατος δηλώνει την παρουσία του με μια επιγραφή που ανακαλύπτουν ανυποψίαστοι ποιμένες της μακάριας γης της μυθολογικής Αρκαδίας. Το απόλυτα εμβληματικό έργο Πουσέν και ταυτόχρονα το στοχαστικότερο του. Η χαρά και το μπέρδεμα των ιστορικών και των κριτικών τέχνης παγκοσμίως!(Μουσείο του Λούβρου)

Μέσα σ’αυτά τα πλαίσια και με δεδομένη τη γνώση και την αγάπη της ελληνικής μυθολογίας, ο Πουσσέν αναπαρέστησε όσο κανείς ποτέ πριν ή μετά, πολλά επεισόδια από την ελληνική μυθολογία και Ιστορία. Η αντίληψη που είχαν και ίσως έχουν για την αρχαία Ελλάδα οι Ευρωπαίοι ουσιαστικά διαμορφώθηκε από τον τρόπο που την αναπαρέστησε μέσα από τους μυθολογικούς του πίνακες ο Πουσσέν και οι επίγονοι του. Βέβαια ο Πουσέν δεν ήταν ένας ρηχός και εντυπωσιοθήρας αρχαιολάτρης, ο αρχαιολάτρης δηλαδή της κολόνας και της χλαμύδας. Το αντίθετο μάλιστα. Η τέχνη του έχει βάθος, είναι καμιά φορά ερμητική-τουλάχιστον για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με την αρχαία Ελλάδα. Έχει από πολλούς χαρακτηριστεί ψυχρός, εγκεφαλικός και θεμελιακά ακαδημαϊκής αντίληψης δημιουργός. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι. Και γι’αυτό ακριβώς και βρίσκει οπαδούς ακόμη και στους πιο ασυμβίβαστους μοντερνικούς.

Δέστε μια παραλλαγή πάνω στο «Θρίαμβο του Πάνα(ή Πανός για νάμαστε σωστότεροι-ηχεί παράξενα στη γενική αυτό του Πάνα)από τον Πικάσσο…

…και δέστε και το πρωτότυπο του Πουσέν στην Εθνική Πινακοθήκη στο Λονδίνο που ενέπνευσε τον μεγάλο Ισπανό βέβηλο θαυμαστή του.

Τι είναι ακριβώς αυτό που γοητεύει την καλλιτεχνική πρωτοπορία κάθε νέας εποχής-από J.L. David, Degas, Cezanne μέχρι τον Matisse, τον Picasso και τον Mondrian- στην φαινομενικά ψυχρή τέχνη του; Η ασκητική του προσέγγιση στην τέχνη του. Η αυταπάρνηση του και η πεισματική του προσήλωση σε μιαν αντίληψη οικονομίας της εικόνας σαν επιδίωξης της θεμελιώδους ουσίας της αφήγησης με τον πιο απλό και τον πιο ευθύ τρόπο. Κάτι που επιτυγχάνεται μέσα από την επιμέλεια της φόρμας. Την βασανιστική επιμέλεια της φόρμας, που σχεδόν μοιάζει να είναι μια εσωτερικευμένη γεωμετρία. Οι φορμαλιστές καλλιτέχνες κυριολεκτικά τον λάτρεψαν-ακόμη και οι πιο αφαιρετικοί, όπως ο Mondrian. Η αγάπη για τη μορφή προέκυψε από την μελέτη της αρχαίας ελληνικής τέχνης και ειδικά εκείνης που διακρινόταν για την ευγλωττία των διατυπώσεων της μέσα από το μέτρο και την οικονομία των εκφράσεων. 

«Τοπίο με τον Πολύφημο» (Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη).Ο λυρισμός και η μελαγχολία του ανανταπόδοτου έρωτα δεν είναι άγνωστα στον- φαινομενικά μόνο εγκεφαλικό- Πουσέν, που στα τοπία του αποδεικνύεται συναρπαστικά πρωτότυπος και ποτέ, μα ποτέ βαρετός ή πληκτικός.

Ευχαριστούμε Metropolitan! Ευχαριστούμε Prado!

Ιουνίου 24, 2012

Με το ζόρι να πλησιάζει τα 40 ΚΒ τι μπορείς να καταλάβεις από την δεξιοτεχνία της πινελιάς του Τιέπολο, τόσο ουσιώδες χαρακτηριστικό της τέχνης του; Κι όμως αυτός είναι ο μέσος όρος ανάλυσης που προσφέρει στο site του το φημισμένο μουσείο Ερμιτάζ στη Ρωσία. Και πάλι καλά να λέμε, αφού υπάρχουν άλλα που έχουν όχι μόνο ακόμη μικρότερη αλλά και δεν επιτρέπουν καν το κατέβασμα. Που και πάλι καλά να λέμε, αφού υπάρχουν ακόμη και μεγάλα και σπουδαία μουσεία-σχεδόν όλα τα Ιταλικά-που δεν προσφέρουν καν πρόσβαση, αφού δεν έχουν καν τέτοια αρχεία!

Δύο πολύ μεγάλα μουσεία-ένα αμερικανικό, το Μητροπολιτικό της Νέας Υόρκης και ένα ευρωπαϊκό, το ισπανικό Prado-έσπασαν το μεγάλο ταμπού που βασανίζει τα sites όλων των μεγάλων μουσείων του κόσμου: την παράθεση του μουσειακού τους υλικού σε υψηλής ανάλυσης εικόνες. Το άγχος των πνευματικών δικαιωμάτων έχει μπλοκάρει τα μουσεία και αρνούνται να δίνουν το υλικό τους σε υψηλή ανάλυση. Αυτό όμως μετατρέπει το διαδίκτυο σε μια τσιγκούνικη επιχείρηση χωρίς όμως καμιά ελπίδα για αντίκρυσμα κέρδους. Εκ των πραγμάτων κανείς που είναι απλά φιλότεχνος ή ακόμη και μελετητής δεν είναι δυνατόν να πληρώνει δικαιώματα για απλή χρήση εικόνων από το διαδίκτυο. Θα ήταν ανόητο να το περιμένει κανείς αυτό. Από τη στιγμή λοιπόν που τα ίδια τα μουσεία έχουν ψηφιοποιήσει ολόκληρο το υλικό που έχουν υπό την εποπτεία τους, είναι κρίμα αυτή την ουδέτερη, στατική-αλλά υπέροχη ε;-γνώση και πλούτο να μην την διαθέτουν και στο ευρύ κοινό.

Ζαν Μπατίστ Γκρέζ(Greuze) Τα σπασμένα αυγά,Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη. Σκαμπρόζικη ηθογραφία με θέμα την απώλεια της παρθενίας. Ο ξανθός πιτσιρικάς δεξιά που προσπαθεί-αλίμονο τόσο αδέξια-να την αποκαταστήσει κολλώντας το σπασμένο αυγό, είναι ο ίδιος ο Έρωτας αυτοπροσώπως.Δέστε το βέλος και τόξο του πάνω στο τραπεζάκι δίπλα του.ΔΙΠΛΟ ΚΛΙΚ!

Κάτι όμως αλλάζει πια. Ήδη σχηματίζεται τράπεζα εικόνων με υψηλή ή μεσαία ανάλυση από τη Wikipedia με αντικείμενο ακριβώς τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς της ανθρωπότητας. Υπάρχει και εξελίσσεται και το  Google Art Project με ακριβώς ανάλογο σκεπτικό. Η πρωτοβουλία όμως αυτών δύο μεγάλων μουσείων είναι πραγματικά χωρίς προηγούμενο. Οι προσφερόμενες εικόνες είναι αληθινά υψηλής ανάλυσης. Οι ίδιες οι φωτογραφίσεις  έχουν τα υψηλότερα στάνταρντ που μπορεί κάποιος να φανταστεί και να περιμένει-ειδικά οι εικόνες τρισδιάστατων  έργων τέχνης του Metropolitan είναι σωστό πανηγύρι για τα μάτια. Παραθέτω λοιπόν δύο τέτοιες εικόνες από τα αντίστοιχα αυτά μουσεία. Κάντε ΔΙΠΛΟ ΚΛΙΚ πάνω στις εικόνες και απολαύστε τες σε όλη τους τη λαχταριστή λεπτομέρεια.

Tiziano: Βακχική Γιορτή στην Άνδρο.Ένα ανεπίληπτο αριστούργημα του Τιτσιάνο από τα πολλά που έχει το Πράντο. Εικονογραφεί μια Βακχική γιορτή με τους κατοίκους της μυθικής Άνδρου παραδομένους στην απόλαυση του κρασιού και των δυνάμεων που ελευθερώνει η κατανάλωση του. Άνθρωποι, ημίθεοι, παγανισμός, τοπίο σε μια ερμηνεία του αισθησιασμού σαν εκδοχής παραδείσιας και επιθυμητής. Δείτε τον αποκαμωμένο από χαρούμενη εξάντληση Βάκχο(Σειληνό ίσως;) στο βάθος δεξιά, ξαπλωμένο πάνω σε στρώμα από κληματόφυλλα και τσαμπιά σταφύλια. Η Αναγέννηση στα καλύτερα της.ΔΙΠΛΟ ΚΛΙΚ